Μυκήνες

I
Η σημαντικότερη προϊστορική πόλη της Ελλάδας. Βρίσκεται στον βορειοανατολικό μυχό της αργολικής πεδιάδας και υπήρξε κέντρο ενός από τους μεγαλύτερους προϊστορικούς πολιτισμούς, ο οποίος διήρκεσε από το 1600 έως το 1100 π.Χ. Ιδρυμένη σε σπουδαίο στρατηγικό σημείο, σ’ ένα φυσικά οχυρό λόφο μεταξύ δύο κορυφών της οροσειράς του Τρητού - του Προφήτη Ηλία ΒΑ και της κορυφής Ζάρα στα Ν - δέσποζε όχι μόνο του μεγαλύτερου μέρους της αργολικής πεδιάδας, αλλά κυρίως των σπουδαιότερων οδικών αρτηριών της περιοχής, των οδών επικοινωνίας μεταξύ Άργους, Φλειούντος, Νεμέας, Κλεωνών και Κορίνθου. Είναι βέβαιο ότι μεγάλα τμήματα του οδικού αυτού δικτύου, μαζί με γέφυρες και άλλες σημαντικές κατασκευές, χρονολογούνται από τους προϊστορικούς χρόνους.
Η ετυμολογία της λέξης Μυκήνες είναι αβέβαιη: άλλοι την αποδίδουν στη λέξη «μυχός», προσδιοριστική της θέσης της· αρχαίοι συγγραφείς την παράγουν από την ηρωίδα Μυκήνη, θυγατέρα του Ίναχου· άλλοι τη συνάπτουν προς τη λέξη «μύκης», θεωρώντας ότι η πόλη ονομάστηκε έτσι από τον μύκητα του ξίφους του ιδρυτή της Περσέα· τέλος, μερικοί γλωσσολόγοι τη συσχετίζουν προς τα τοπωνύμια Μυκαλησσός και Μυκάλη, που θεωρούνται προελληνικά.
Κατά τη μυθολογία, ιδρυτής των Μ. είναι ο Περσέας, γιος του Δία και της Δανάης, τον οποίο διαδέχτηκαν στον θρόνο ο γιος του Σθένελος και ύστερα ο γνωστός από τους άθλους του Ηρακλή Ευρυσθέα, τον οποίο σκότωσε ο γιος του Ηρακλή Ύλλος, κι έτσι τη δυναστεία των Περσειδών διαδέχτηκε η δυναστεία των Αμυθαννιδών-Πελοπιδών. Σε κλάδο της δυναστείας αυτής ανήκε ο Ατρέας, πατέρας του Αγαμέμνονα και ιδρυτής της τραγικής δυναστείας των Ατρειδών. Στα χρόνια της βασιλείας του Αγαμέμνονα, ο οποίος αναγνωρίστηκε αρχηγός της Τρωικής εκστρατείας, «πάντων ανάσσων» και «βασιλεύτατος», το κράτος των Μ. έφτασε στην ύψιστη ακμή του. Ο Όμηρος, που αναφέρει πρώτος τις Μυκήνες, λέγοντας πως βρίσκονται «μυχώ Άργεος ιπποβότοιο» (β 263), περιγράφει τους πλατιούς δρόμους τους («ευρυάγυια», Δ 52), τις ωραίες οικοδομές («εϋκτίμενον πτολίεθρον», Β 569), αλλά κυρίως τον πλούτο τους («πολύχρυσος», Ζ 180). Μετά την κάθοδο των Ηρακλειδών, η οποία έγινε στο διάστημα της βασιλείας του Τισσαμενού, γιου του Ορέστη, οι Μ. πέφτουν σε δεύτερη μοίρα και σημαντικότερη πόλη της αργολικής πεδιάδας γίνεται τώρα το γειτονικό Άργος. Διατηρούν όμως την ανεξαρτησία τους, ακόμα και σε υστερότερους χρόνους, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι έστειλαν ογδόντα άνδρες στη μάχη των Θερμοπυλών και τετρακόσιους (μαζί με την Τίρυνθα) στις Πλαταιές, για να γραφτεί έτσι το όνομά τους στην αναθηματική στήλη που έστησαν οι Πανέλληνες στους Δελφούς. Τελικά θα τις καταβάλει, ύστερα από μακρά πολιορκία, το πάντοτε εχθρικό Άργος, το 468 π.Χ. και οι κάτοικοι, σύμφωνα με τους αρχαίους ιστορικούς, θα καταφύγουν οι μισοί στη Μακεδονία και οι υπόλοιποι στις Κλεωνές και στην Κερύνεια. Από τότε ερημώνονται. Κάποια μικρή κώμη δημιουργείται κατά τον 3o-2o αι. π.Χ., αλλά δεν διατηρείται. Τον 1o αι. π.Χ. επισκέπτεται τα μυκηναϊκά ερείπια ο Παυσανίας, ο οποίος περιγράφει την περιοχή, αναφέρει τα τείχη και την πύλη των λεόντων, την Περσεία κρήνη, τους θησαυρούς του Ατρέα και των γιων του, και τους τάφους του Ατρέα, του Ευρυμέδοντα, της Ηλέκτρας, της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου. Περιηγητές επισκέπτονται τις Μ. και στα νεώτερα χρόνια και περιγράφουν ή απεικονίζουν μνημεία τους. Αλλά στην επιφάνεια θα αναδυθούν στα τέλη του 19ου αι. με τις ανασκαφές του Σλίμαν, οι οποίες συνεχίστηκαν και συνεχίστηκαν από Γερμανούς, Άγγλους και Έλληνες αρχαιολόγους.
Αρχαιολογία. Οι Μ. αποτελούνται σήμερα από την τειχισμένη ακρόπολη, όπου βρίσκονται τα ανάκτορα, οικίες, και νεκροταφεία, από την επίσης τειχισμένη κάτω πόλη, που κι αυτή περιλαμβάνει οικίες και νεκροταφεία, και από συνοικισμούς γύρω από το τείχος.
Η ακρόπολη (το ύψος του λόφου είναι 278 μ.), μήκους 300 μ., έχει ακανόνιστο τριγωνικό σχήμα και περιβαλλόταν από ισχυρότατο τείχος, εκτός ίσως από την απόκρημνη και βραχώδη νότια πλευρά της, φυσικά οχυρή. Το τείχος, που διατηρείται σε άριστη κατάσταση, είναι χτισμένο από ντόπιες μαύρες πέτρες κατά τον λεγόμενο κυκλώπειο τρόπο, δηλαδή με τεράστιους ακατέργαστους ογκόλιθους, τα κενά των οποίων γεμίζουν με λιθάρια· υπάρχουν όμως και τμήματα χτισμένα με το πολυγωνικό ή το ισοδομικό σύστημα, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί πιθανώς σε διάφορες χρονολογικές φάσεις ίδρυσης και μεταρρύθμισης των τειχών. Το αρχικό τείχος θεωρείται πάντως πως ιδρύθηκε τον 15o αι. π.Χ. Το πάχος του τείχους ποικίλλει από τρία έως επτά μέτρα· σε μερικά σημεία όμως, όπου κάτω από το τείχος έχουν κατασκευάσει μικρές εξόδους, σήραγγες, υπόνομο ή υπόγεια μυστική δεξαμενή για να μαζεύουν το νερό από την Περσεία πηγή, το πάχος του τείχους φτάνει τα 14 μέτρα.
Το τείχος είχε δύο πύλες: την κυρία, γνωστή ως πύλη των λεόντων, στη βορειοδυτική γωνία του τείχους, και μια δευτερεύουσα, τη λεγόμενη βόρεια πύλη. Η πύλη των λεόντων, η οποία διατηρεί τα ίχνη δίφυλλης θύρας, έχει άνοιγμα 3,15 μ. κάτω και 2,75 μ. επάνω και ύψος 3,15 μ., και αποτελείται από δύο κάθετες μονολιθικές παραστάδες, στις οποίες στηρίζεται το μονολιθικό υπέρθυρο (μήκους 4,50 μ., πλάτους 1,98 μ., πάχους στη μέση 0,80 μ. και βάρους, κατά τους υπολογισμούς, 18 τόνων) πάνω στο οποίο σχηματίζεται ανακουφιστικό τρίγωνο, που κλείνει με το ανάγλυφο των λεόντων, το αρχαιότερο, όπως θεωρείται (γιατί υπάρχουν και αρχαιότερα δείγματα γλυπτικής στις Μ.) δείγμα μνημειακής γλυπτικής του δυτικού πολιτισμού: είναι μια τριγωνική (πλάτους, στη βάση, 3,90 μ., ύψους 3,30 μ. και πάχους 0,70 μ.) πλάκα τιτανόλιθου, στην εξωτερική όψη της οποίας εικονίζονται δυο λιοντάρια αντιμέτωπα, με έναν μινωικό κίονα ανάμεσα τους. Η συμβολική παράσταση του ανάγλυφου είναι αβέβαιη: κατά μία άποψη συμβολίζει τη θεία καταγωγή του βασιλικού οίκου· σύμφωνα με άλλη τη βασιλική ισχύ· άλλοι πιστεύουν ότι απεικονίζει τον βασιλικό θυρεό.
Μπαίνοντας από την πύλη των λεόντων συναντά κανείς αμέσως δεξιά τα λείψανα διωρόφου κτιρίου, πιθανώς αποθήκης, και αμέσως ύστερα τον λεγόμενο περίβολο A’ των βασιλικών τάφων, δηλαδή το βασιλικό νεκροταφείο, έναν χώρο που περιβαλλόταν από κυκλικές με διπλές κάθετα χτισμένες πλάκες, τείχισμα διαμέτρου 26,5 μ., όπου βρίσκονται έξι βασιλικοί τάφοι χρονολογούμενοι στον 16o αι. π.Χ. Μέσα στους τάφους αυτούς, που είναι λαξευμένοι στον βράχο, έχουν ορθογώνιο σχήμα («λακκοειδείς») και το έδαφός τους ήταν στρωμένο με χαλίκια, ενώ οι πλευρές τους επενδυμένες με ξερότοιχο πάνω στον οποίο στηρίζονταν οι πλάκες της στέγης, αποκάλυψε το 1876-77 ο Ερρίκος Σλίμαν έναν πραγματικό θησαυρό από χρυσά αλλά και από άλλες πολύτιμες ύλες κοσμήματα και σκεύη μαζί με 19 σκελετούς (εννέα ανδρών, οκτώ γυναικών και δύο παιδιών). Τα άλλα ευρήματα, κτερίσματα των τάφων, ήταν χρυσές προσωπίδες, πόρπες και περόνες, χρυσά διαδήματα, περιβραχιόνια και περιδέραια, χρυσά κοσμήματα ραμμένα σε ύφασμα, χρυσά, αργυρά, χάλκινα, λίθινα και πήλινα αγγεία, χάλκινα όπλα με ένθετες χρυσές διακοσμήσεις κ.ά.· το συνολικό βάρος στους τάφους αυτούς του πρώτου βασιλικού περιβόλου των Μ. (σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο) είναι 14 κιλά.
ΝΑ του περιβόλου των βασιλικών τάφων βρίσκονται λείψανα ιδιωτικών οικιών, που φέρουν συμβατικά ονόματα σχετικά με τους ανασκαφείς (π.χ. «οικία Τσούντα») ή τα ευρήματα (π.χ. «οικία του αγγείου των πολεμιστών»). Στα ερείπια των προϊστορικών αυτών κτισμάτων χτίστηκαν κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους νέες οικίες.
Αριστερά της πύλης των λεόντων αρχίζει η πλατιά ανηφορική οδός, που οδηγεί στην ακρόπολη, όπου έμενε ο βασιλιάς, η βασιλική οικογένεια και οι αξιωματούχοι. Η οδός αυτή καταλήγει μπροστά από την αυλή του ανακτόρου σ’ ένα χώρο με λιθόχτιστα θρανία στις δύο πλευρές, από τον οποίο μπαίνει κανείς στα ανάκτορα από μια πέτρινη σκάλα πλάτους 2,80 μ., της οποίας σώζονται 22 σκαλιά.
Το ανάκτορο, που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 14ου αι. π.Χ., αποτελείται από το μέγαρο των ανδρών και από διάφορους δευτερεύοντες χώρους. Το μέγαρο των ανδρών, δηλαδή το κυρίως ανάκτορο, αποτελείται από τρεις χώρους, ο ενδότερος από τους οποίους ήταν το κυρίως μέγαρο, η βασιλική αίθουσα συνεδριάσεων και υποδοχής των ξένων, διαστάσεων 12,90 x 11,50 μ., με στέγη που υποβασταζόταν από τέσσερις κίονες ξύλινους με πέτρινες βάσεις, μεταξύ των οποίων υπήρχε κυκλική εστία από πηλό επιχρισμένη με ασβεστοκονίαμα και διακοσμημένη με γραπτά θέματα· το δάπεδο ήταν επίσης διακοσμημένο με τετράγωνα σχήματα και οι τοίχοι με τοιχογραφίες. Βόρεια του μεγάρου των ανδρών υπήρχαν άλλα δωμάτια, πιθανώς ενδιαιτήματα γυναικών και του υπηρετικού προσωπικού. Τα ανασκαφικά ευρήματα ενός από τους χώρους αυτούς οδηγούν στην υπόθεση ότι ήταν αφιερωμένος στη λατρεία. Το μυκηναϊκό αυτό ιερό κατά το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται κάτω από δύο μεταγενέστερους ναούς: έναν αρχαϊκό ναό του 7ου-6ου αι. π.Χ. και έναν των ελληνιστικών χρόνων.
Κατοικημένη ήταν η ανατολική κλιτύς της ακρόπολης. Από τα διάφορα οικοδομήματά της ενδιαφέροντα είναι δύο: το λεγόμενο «εργαστήριο των καλλιτεχνών» και η «οικία των κιόνων»: το πρώτο, που αποτελείται από μια κεντρική στενόμακρη υπαίθρια αυλή, από δύο διαδρόμους και από δύο σειρές δωματίων (μια σκάλα που σώζεται μαρτυρεί πως υπήρχε και δεύτερος όροφος), φαίνεται, από το σχέδιο και από τα ανασκαφικά ευρήματα, πως αποτελούσε την ανατολική πτέρυγα του ανακτόρου και το χρησιμοποιούσαν, πιθανώς, οι τεχνίτες των Μυκηνών· η «οικία των κιόνων», που ονομάστηκε έτσι από τους κίονες που υπάρχουν στην κεντρική υπαίθρια αυλή, ήταν, πιθανώς, κατοικία μέλους της βασιλικής οικογένειας.
Μοναδική αδυναμία της απόρθητης ακρόπολης των Μ. ήταν η έλλειψη πηγαίου νερού. Για να την αντιμετωπίσουν, δημιούργησαν στη ΒΑ γωνία της ακρόπολης μια υπόγεια δεξαμενή και επεξέτειναν το τείχος στο σημείο αυτό για να την προστατεύσουν. Η είσοδος της υπόγειας αυτής δεξαμενής, σε σχήμα υψικόρυφου τόξου, βρίσκεται στη βορειοανατολική γωνία της επέκτασης. Μια κλιμακωτή κατηφορική κάθοδος διαπερνά ολόκληρο το πάχος του βόρειου τείχους, συνεχίζεται και έξω από το τείχος υπογείως, φτάνει σ’ ένα πλατύσκαλο, κι από κει αρχίζει μια σκάλα με 83 σκαλιά, που καταλήγει σε φρεατοειδή δεξαμενή βάθους πέντε μέτρων, πάνω από την οποία υπάρχει άνοιγμα, στο οποίο φτάνει ένα υπόγειο υδραγωγείο. Όλη αυτή η κατασκευή είναι ένα από τα σημαντικότερα μηχανικά έργα της ακρόπολης των Μ.
Έξω από την ακρόπολη υπάρχουν δυο κατηγορίες μνημείων, τα σπίτια των αστών, που κατοικούσαν εκεί, και τάφοι.
Τα σπίτια των αστών, πλαισιωμένα από τους τάφους των προγόνων του, ήταν χτισμένα σε μικρές ομάδες, που δεν απείχαν πολύ μεταξύ τους («κατά κώμας»). Από τις αστικές αυτές κατοικίες έχουν αποκαλυφθεί ελάχιστα ερείπια. Δύο είναι τα σημαντικότερα κτιριακά συγκροτήματα έξω από τη μυκηναϊκή ακρόπολη: τα λεγόμενα οικήματα ή εργαστήρια αρωμάτων, δεξιά του αμαξιτού δρόμου που οδηγεί στην ακρόπολη, και τα οικήματα του λόφου της Παναγίτσας· τα πρώτα είναι διάφορα οικήματα με συμβατικά ονόματα: «δυτική οικία», «οικία των σφιγγών», «οικία των ασπίδων», «οικία του λαδεμπόρου», αντίστοιχα προς τα σχετικά ευρήματα: ελεφαντοστά κοσμημένα με σφίγγες ή με το θέμα των οκτόσχημων ασπίδων και πιθάρια λαδιού. Οι εγκαταστάσεις που αποκαλύφθηκαν και η αναγραφή αρωματικών φυτών σε πινακίδες που βρέθηκαν γραμμένες με τη λεγόμενη Γραμμική B’ γραφή οδηγούν στο πιθανό συμπέρασμα ότι τα οικήματα αυτά ήταν εργαστήρια παραγωγής αρωμάτων που εξάγονταν στην Ανατολή. Τα οικήματα του λόφου της Παναγίτσας παρέχουν σαφή εικόνα των ενδιαιτημάτων των πλούσιων αστών: οι οικίες έχουν συνήθως ένα κεντρικό δωμάτιο με στρογγυλή ή τετράπλευρη εστία στη μέση, αντίστοιχο προς το μέγαρο των ανακτόρων, δωμάτια, υπόγεια, διαδρόμους και υπαίθρια αυλή· οι τοίχοι είναι χτισμένοι στο κατώτερο τμήμα με πέτρες και στο ανώτερο με πλίνθους και τα δάπεδα είναι επιχρισμένα με κονίαμα.
Τα πιο ενδιαφέροντα όμως λείψανα έξω από την ακρόπολη των Μ. είναι οι τάφοι (που ανήκουν σε όλα τα είδη τάφων της εποχής) που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη μακραίωνα μυκηναϊκή περίοδο: στους παλιότερους λακκοειδείς και στους μεταγενέστερους θολωτούς, που τους χρησιμοποιούσαν για τους βασιλιάδες και τα μέλη των οικογενειών τους, και στους θαλαμωτούς, που προορίζονταν για τους αστούς. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση τάφων βρίσκεται στο νεκροταφείο που αποκαλύφθηκε το 1952, στον B’ βασιλικό περίβολο, όπως έχει αποκληθεί: περιβάλλεται κι αυτό, όπως και το άλλο που είχε αποκαλυφτεί το 1876-77 μέσα στην ακρόπολη, από χτιστό κύκλο διαμέτρου 28 μ. και περιλαμβάνει 24 τάφους, από τους οποίους οι 14 είναι βασιλικοί κάθετοι λακκοειδείς και οι υπόλοιποι τετράπλευροι μικροί, λαξευμένοι στον βράχο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο λεγόμενος τάφος Ρ, κτιστός, όμοιοι του οποίου έχουν βρεθεί μόνο στη Συρία και στην Κύπρο. Οι τάφοι του B’ βασιλικού περιβόλου είναι αρχαιότεροι από τους τάφους της ακρόπολης, τα έθιμα ταφής όμως και ο τρόπος κατασκευής είναι κοινά, όπως ίδια είναι και τα κτερίσματα: προσωπίδες, χρυσά περιδέραια, όπλα, αγγεία χρυσά, αργυρά, χάλκινα λίθινα ή πήλινα και σφραγίδες.
Άλλοι τάφοι έξω από τη μυκηναϊκή ακρόπολη είναι οι λεγόμενοι θολωτοί, που προορίζονταν για τους βασιλιάδες και είναι μεταγενέστεροι των λακκοειδών. Τέτοιοι βρέθηκαν, σε διάφορα σημεία, εννέα χρονολογούμενοι μεταξύ 1550 και 1200 π.Χ. Οι πιο ενδιαφέροντες από τους θολωτούς τάφους των Μ. είναι ο λεγόμενος «θησαυρός του Ατρέα», και οι λεγόμενοι τάφοι του «Αιγίσθου» και της «Κλυταιμνήστρας». Ο «θησαυρός του Ατρέα» (κάποτε τον αποκαλούν και «τάφο του Αγαμέμνονα»), στα Ν των οικιών του λόφου της Παναγίτσας, είναι το πιο μνημειώδες κτίσμα της μυκηναϊκής εποχής και διατηρείται άριστα· μόνο η διακόσμηση της πρόσοψής του δεν υπάρχει. Δρόμος, λαξευμένος στο βράχο, μήκους 36 μ. και πλάτους 6 μ., οδηγεί στην είσοδο του τάφου, του οποίου η πρόσοψη έχει ύψος 10,50 μ., ενώ η είσοδος έχει ύψος 5,40 μ. και πλάτος 2,66 μ. κάτω και 2,46 μ. επάνω - το βάθος της είναι 5,20 μ. Και στις δυο πλευρές της εισόδου διατηρούνται βάσεις στις οποίες στηρίζονταν ημικιόνια (τμήματά τους βρίσκονται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και στο Βρετανικό Μουσείο). Γλυπτή διακόσμηση κάλυπτε και το ανώτερο τμήμα και το άνοιγμα του ανακουφιστικού τριγώνου. Ο θάλαμος του τάφου, στρογγυλός, έχει διάμετρο 14,60 μ. και ο θόλος του, ύψους 13,30 μ., κατασκευασμένος κατά το εκφορικό σύστημα, στενεύει συνεχώς προς τα επάνω, για να καταλήξει στην κορυφή σ’ ένα στενό άνοιγμα. Εκείνο που εκπλήσσει στην κυκλώπεια αυτή κατασκευή και συγχρόνως δίνει το μέτρο της ισχύος και της ευημερίας των Μ. είναι η τελειότητα της τεχνικής και της τέχνης της. Μένα πάντα το ερώτημα πώς ήταν δυνατό να τοποθετούν οι Μυκηναίοι με τόση ακρίβεια και με τόση καλαισθησία τεράστιους ογκόλιθους (η προς το εσωτερικό πλάκα του υπερθύρου, μήκους 9 μ., πλάτους 5 μ. και πάχους 1,20 μ., υπολογίζεται ότι ζυγίζει 120 τόνους). Ο λεγόμενος «τάφος της Κλυταιμνήστρας», θολωτός επίσης, είναι απλούστερος από τον «θησαυρό του Ατρέα»: ο δρόμος του έχει μήκος 37 μ. και πλάτος 6 μ., ο θάλαμος του διάμετρο 13,50 μ. και ο θόλος του (αναστηλωμένος) ύψος 13 μ. Όμοιος είναι και ο λεγόμενος «τάφος του Αιγίσθου».
Μυκηναϊκός πολιτισμός. Ονομάζεται έτσι ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε, με κέντρο τις Μυκήνες κατά την περίοδο της μεγάλης ακμής του πολιτισμού του χαλκού στην Ελλάδα, μεταξύ 1600-1100 π.Χ., η οποία ονομάζεται Μυκηναϊκή ή Υστεροελλαδική και διακρίνεται σε τρεις φάσεις: την πρώιμη Υστεροελλαδική I (1600-1500 π.Χ.), τη μέση Υστεροελλαδική II (1500-1400 π.Χ.) και τη νεώτερη Υστεροελλαδική III (1400-1100 π.Χ.). Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός, αρχαιότερα δείγματα του οποίου είναι οι τάφοι των βασιλικών περιβόλων των M., απλώθηκε και μας άφησε κατάλοιπα του σε όλη σχεδόν την Ελλάδα και κυρίως στην Πελοπόννησο, είχε ασφαλώς επαφές στη Μικρά Ασία, στη Συρία και στην Αίγυπτο, δημιούργησε αποικίες στη Ρόδο και στην Κύπρο, ενώ έμμεσες επιδράσεις του αναφαίνονται έως την Ισπανία και την Αγγλία.
Ένα πρόβλημα που τίθεται είναι η προέλευση των βασιλικών δυναστειών των M.: μια άποψη είναι πως οι παλαιότατοι Μυκηναίοι ήταν Κρήτες, οι οποίοι εισήγαγαν τον προηγμένο μινωικό πολιτισμό· άλλη, ότι οι Μυκηναίοι ήταν Αχαιοί, λαός πλούσιος και πολιτισμένος, μικρασιατικής καταγωγής· μια τρίτη άποψη υποστηρίζει ότι οι Μυκηναίοι ήταν απόγονοι των κατοίκων της Ελλάδας κατά την περίοδο που προηγήθηκε, τη Μεσοελλαδική, οι οποίοι απέκτησαν πλούτο με επιδρομές και λεηλασίες και προήχθησαν πολιτιστικά όταν ήρθαν σε επαφή με την Κρήτη. Οι υποστηρικτές της τρίτης αυτής άποψης φέρουν ως επιχείρημα το ότι κατά την πρώιμη μυκηναϊκή περίοδο παράλληλα προς τα μινωικά στοιχεία βρίσκονται και στοιχεία που μόνο ως εξέλιξη των παλαιότερων μεσοελλαδικών είναι δυνατό να ερμηνευθούν, ενώ οι διαφορές στον τρόπο ζωής των Μυκηναίων και των Κρητών είναι πολλές. Πάντοτε κατά την ίδια υπόθεση, ο λαός, βόρειας καταγωγής, που επικράτησε στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά τη Μεσοελλαδική περίοδο, αφού αφομοίωσε τους παλιότερους κατοίκους της, στράφηκε προς τη θάλασσα, όπου μεταφέροντας τις πολεμικές τους συνήθειες, επιδόθηκε σε επιδρομές και πειρατείες πλούσιων και πολιτισμένων παραθαλάσσιων κέντρων, ιδίως της Κρήτης. Κατά τις επιδρομές αυτές και τις λεηλασίες απέκτησε τα πολύτιμα χρυσά και αργυρά έργα που έχουν σωθεί έως σήμερα και απήγαγε εξασκημένους τεχνίτες από τα μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα της Κρήτης, οι οποίοι μεταφύτευσαν τις γνώσεις τους στη μυκηναϊκή Ελλάδα.
Οι M., όπως φαίνεται κι από τον Όμηρο, παρέμειναν το κέντρο του πολιτισμού έως το τέλος. Κατά την πρώτη φάση του (Υστεροελλαδική I, 1600-1500), ο Μυκηναϊκός πολιτισμός είναι γνωστός κυρίως από τις Μ. Νέα κέντρα, όπως π.χ. η Πύλος, εμφανίζονται μετά το 1550, υπολείπονται όμως πολύ των Μ. Στη δεύτερη φάση του, τη μέση (Υστεροελλαδική II, 1500-1400 π.Χ.), ο Μυκηναϊκός πολιτισμός απλώνεται σε ολόκληρη την Ελλάδα και στα νησιά. Σε πολλά μέρη δημιουργούνται ακμαίες ηγεμονίες: εξαρτημένες όμως από κάποια κεντρική αρχή, των Μ. Και της δεύτερης μυκηναϊκής φάσης η εικόνα σχηματίζεται μόνο από τις ανασκαφές τάφων, θολωτών και θαλαμωτών. Πληρέστερη εικόνα του Μυκηναϊκού πολιτισμού σχηματίζεται από τις ανασκαφές οικιών και ανακτόρων της Τρίτης φάσης του (Υστεροελλαδικής III, 1400-1100). Τα εντυπωσιακότερα λείψανα της περιόδου αυτής είναι τα κυκλώπεια, όπως ονομάζονται από την αρχαιότητα, τείχη, που διατηρούνται στις Μ., στην Τίρυνθα, στο Γλα και στην ακρόπολη των Αθηνών. Η μεγαλύτερη μυκηναϊκή οχύρωση, μήκους 3 χλμ., βρίσκεται στην Κωπαΐδα.
Στην τρίτη μυκηναϊκή περίοδο ανήκουν και τα πρώτα από τα γνωστά ανάκτορα. Το παλιότερο είναι το Θηβών, ενώ άλλα έχουν ανασκαφεί στις M., στην Τίρυνθα και στην Πύλο.
Τα μυκηναϊκά ανάκτορα αποτελούνται από μια αυλή, που μερικές φορές περιβάλλεται από κίονες, και από τρία τυπικά διαμερίσματα: το πρώτο, που ονομάζεται αίθουσα, αποτελεί την πρόσοψη και έχει δύο κίονες μεταξύ δύο παραστάδων· το δεύτερο, που ονομάζεται πρόδρομος, αποτελεί τον προθάλαμο του κύριου δωματίου (στον πρόδρομο μπορούσαν να διανυκτερεύσουν οι ξένοι). Το τρίτο που ονομάζεται δόμος, σχεδόν τετράγωνο, αποτελεί τον ενδότατο μεγαλοπρεπή κύριο χώρο. Στο μέσο του δόμου βρίσκεται η κυκλική εστία, περιβαλλόμενη από τέσσερις ξύλινους κίονες στηριγμένους σε πέτρινες βάσεις, οι οποίοι κρατούσαν την ελαφριά στέγη, ανοιχτή πάνω από την εστία για να βγαίνει ο καπνός. Γύρω από την εστία, η οποία πρέπει να είχε και θρησκευτική σημασία, κάθονταν οι καλεσμένοι του βασιλιά, ενώ ο ίδιος καθόταν στον θρόνο του, απέναντι από την εστία, στον δεξιό τοίχο του δωματίου. Σε μερικά ανάκτορα η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται σε μικρότερες διαστάσεις: τα μέγαρα αυτά θεωρούνται γυναικεία.
Οι υπόλοιποι χώροι του ανακτόρου: λουτρά, αποθήκες, κλιμακοστάσια, διάδρομοι και βοηθητικά δωμάτια, χτίζονται γύρω από το μέγαρο χωρίς στερεότυπο αρχιτεκτονικό σχέδιο. Τα μυκηναϊκά ανάκτορα της Κρήτης: το ανάκτορο της Πύλου π.χ. είναι μόλις το ένα τέταρτο του ανακτόρου της Κνωσού.
Οι μυκηναϊκοί τάφοι, ιδίως θολωτοί και θαλαμωτοί, έχουν βρεθεί στα πιο ακραία σημεία της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, δίνοντας το μέτρο της εξάπλωσης του μυκηναϊκού πολιτισμού.
Κατά τη μυκηναϊκή εποχή αναπτύχθηκαν για πρώτη φορά στην ηπειρωτική Ελλάδα πολλές μορφές τέχνης, όπως η κεραμική, η ελεφαντουργία, η χαλκουργία, η μνημειώδης πλαστική και η μικροπλαστική, η χρυσοχοΐα, η σφραγιδογλυφία, άλλες έντονα επηρεασμένες από τη μινωική τέχνη και άλλες ανεξάρτητες. Ένα στοιχείο που διακρίνει έντονα τη μυκηναϊκή τέχνη από τη μινωική είναι η τάση προς το μνημειώδες.
Η αγγειογραφία, ιδίως στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, χρησιμοποιεί μινωικά θέματα - ιδίως φυτικά και θαλάσσια, που αποδίδονται με ιδιάζουσα φυσικότητα. Τα αγγεία αυτού του είδους αντικατέστησαν τα μεσοελλαδικά αμαυρόχρωμα και μινύεια. Αργότερα, οι τάσεις της μυκηναϊκής κεραμικής αλλάζουν: εισάγονται νέα σχήματα, όπως του λεγόμενου «ψευδοστόμου αμφορίσκου», αλλάζουν τα διακοσμητικά θέματα και δημιουργούνται θέματα εικονογραφικά, που καταλήγουν σε σχηματοποιημένες απεικονίσεις πουλιού και σε άλλα γραμμικά θέματα.
Στην τοιχογράφηση των ανακτόρων και των οικιών οι Μυκηναίοι ακολουθούν τις γενικές αρχές της Κρήτης, διαφέρουν όμως τα θέματα: οι Μυκηναίοι προτιμούν θέματα σχετικά με τον πόλεμο και το κυνήγι· κομμάτια που βρέθηκαν σε ανασκαφές μυκηναϊκών χώρων εικονίζουν άλογα, πολεμιστές, κυνήγι αγριόχοιρου και ελάφια· υπάρχουν όμως και συνθέσεις πομπής γυναικών και αντρών, σκηνές θυσίας ή μουσικού που παίζει λύρα· δεν είναι επίσης σπάνια θέματα οκτωσχήμων ασπίδων, δικτυωτών αλλά και δελφινιών.
Η ελεφαντουργία παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους, με έργα ποικίλα και σε ρυθμό και σε θέματα, στα οποία συχνά διακρίνονται ξένες επιδράσεις, όπως συριακές και κυπριακές, ενώ πάλι διαπιστώνονται μυκηναϊκές επιδράσεις σε έργα που βρέθηκαν σε περιοχές έξω από την Ελλάδα: π.χ. κεφάλια πολεμιστών με κράνη από δόντια αγριόχοιρου συναντιούνται και έξω από την ηπειρωτική Ελλάδα, ενώ στη Συρία βρέθηκε ελεφάντινο πώμα πυξίδας με ανάγλυφη παράσταση όχι απλώς μυκηναϊκής έμπνευσης, αλλά και μυκηναϊκής κατασκευής.
Η χαλκουργία και ειδικότερα η οπλουργία είχε επίσης μεγάλη ανάπτυξη κατά τη μυκηναϊκή εποχή, όπως μαρτυρούν οι ενδιαφέρουσες σειρές των χάλκινων εγχειριδίων που βρέθηκαν στις M., οι σειρές των χάλκινων αγγείων και όπλων που βρέθηκαν σε πολλές μυκηναϊκές τοποθεσίες της Ελλάδας, οι θαυμάσιες σειρές των χάλκινων εγχειριδίων με εγκόλλητες χρυσές ή αργυρές παραστάσεις που βρέθηκαν στις M., στην Πύλο και στο Βαφειό, Συνθέσεις όπως της πάλης πολεμιστή εναντίον λιονταριού, αιλουροειδών που παραμονεύουν πουλιά ή νέων που κολυμπούν, αποτελούν πραγματικά αριστουργήματα.
Η χρυσοχοΐα είχε ανάλογη ανάπτυξη. Τα θαυμαστά κύπελλα του Βαφειού με τις εξαίρετες παραστάσεις, το ρυτό σε σχήμα κεφαλιού λέαινας από τις Μ. αποτελούν δείγματα τέχνης υψηλής στάθμης. Η ταυροκεφαλή από άργυρο και χρυσάφι, που βρέθηκε στις M., είναι ίσως μινωικό έργο, είναι όμως ασφαλώς μυκηναϊκό το αργυρό ρυτό με την παράσταση της πολιορκίας πόλης, ενώ τα χρυσά δαχτυλίδια από τις M., την Πύλο και το Βαφειό δείχνουν ότι οι Μυκηναίοι όχι μόνο έμαθαν, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασαν τις μινωικές μεθόδους.
Η σφραγιδογλυφία έχει επίσης άριστα δείγματα. Μικρογραφικά έργα πλαστικής, οι σφραγίδες πάνω σε διάφορους ημιπολύτιμους λίθους, σάρδιο, σαρδώνυχα, αχάτη, αμέθυστο, ιαδεϊτη, ίασπη, όνυχα, αλλά και σε κοινές πέτρες, κοσμούνται με πλήθος παραστάσεις, σε ελλειπτική ή στρογγυλή επιφάνεια. Αρχικά οι Μυκηναίοι μιμούνται το μινωικό θεματολόγιο, αλλά συχνά καινοτομούν. Αγαπητά τους θέματα είναι ζώα, πουλιά, φανταστικά ζώα σε ποικίλους συνδυασμούς κ.ά. Δεν απουσιάζει όμως και η ανθρώπινη μορφή· αντίθετα, είναι και εδώ συχνές οι σκηνές μάχης και κυνηγιού. Ανθρώπινες μορφές συναντιούνται επίσης σε σκηνές θρησκευτικού περιεχομένου.
Τεράστια πηγή γνώσεων για τον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο των Μυκηναίων είναι οι πήλινες πινακίδες με επιγραφές στη μυκηναϊκή γραφή, τη λεγόμενη Γραμμική B’, που αποκρυπτογραφήθηκε από τον Βέντρις. Η γραφή αυτή, εξέλιξη της Μινωικής Γραμμικής A’, έχει αποδειχθεί ότι υπέκρυπτε μια πρώιμη μορφή της ελληνικής γλώσσας. Το περιεχόμενο των εκατοντάδων πινακίδων από το ανάκτορο της Πύλου και των πινακίδων των Θηβών και των M., κατάλογοι κυρίως διάφορων απογραφών που είχαν γίνει για ανακτορική χρήση, μαρτυρούν την ύπαρξη μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας και παρέχουν σαφή εικόνα μιας πολύπλοκης κεντρικής διοικητικής μηχανής, που καθιστούσε δυνατή την άνετη και επικερδή διεξαγωγή του εμπορίου, κύριας πηγής πλούτου των Μυκηναίων. Πληροφορούν επίσης για τη ζωή και τις συνθήκες εργασίας των αστών, οι οποίοι πολλές φορές φαίνονται συνασπισμένοι σε συντεχνίες.
Για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της μυκηναϊκής εποχής, παρέχουν ελάχιστα στοιχεία οι πινακίδες και περισσότερα η σφραγιδογλυφία, πάντοτε όμως υποθετικά. Στις σφραγίδες και στα δαχτυλίδια εικονίζονται λάτρεις μπροστά από θεότητα ή ιερό οικοδόμημα, σκηνές δενδρολατρείας ή αιματηρής θυσίας, εραλδικά συμπλέγματα ανθρώπων και ζώων θρησκευτικού χαρακτήρα, μυθικά ζώα, όπως ο γρύπας και η σφίγγα, και «δαίμονες». Ασφαλώς γνωστά είναι αντικείμενα θρησκευτικής χρήσης, βωμός και αγγεία, κυρίως ρυτά. Τέλος, από τις πινακίδες πληροφορούμαστε ότι μερικές μορφές του ελληνικού πανθέου, όπως ο Δίας, η Αθηνά και ο Ποσειδών, λατρεύονταν δίπλα σε άλλες θεότητες, οι οποίες αργότερα περιέπεσαν σε δεύτερη μοίρα.
Πανοραμική άποψη της περιοχής των Μυκηνών.
Κεφάλι γυναίκας ή σφίγγας από την ακρόπολη των Μυκηνών, σπάνιο πλαστικό έργο της μυκηναϊκής εποχής (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα).
Πήλινη πινακίδα από το ανακτορικό αρχείο της Πύλου, γραμμένη στη λεγόμενη Γραμμική Β’ γραφή (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα).
Τμήμα τοιχογραφίας με τη θαυμάσια μορφή μιας Μυκηναίας (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα).
Χάλκινος καθρέφτης με ανάγλυφη ελεφάντινη λαβή από τον λεγόμενο «τάφο της Κλυταιμνήστρας», στις Μυκήνες.
Πήλινο ανθρωπόμορφο αγγείο από τα ευρήματα των ανασκαφών των Μυκηνών.
Τοιχογραφία ζωφόρου, η οποία διακοσμούσε το ανάκτορο της Τίρυνθας.
Κεφάλι ειδωλίου από ελεφαντόδοντο, σημαντικό εύρημα των ανασκαφών στις Μυκήνες.
Ένα από τα δύο χρυσά κύπελλα του Βαφειού, σπάνιο εύρημα μιας ασύλητης βασιλικής ταφής στη Λακωνία, μοναδικό δείγμα χρυσοχοϊκής των προϊστορικών χρόνων (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα).
Στα δύο κύπελλα του Βαφειού εικονίζονται διάφορα στάδια της σύλληψης ταύρων με δίχτυ ή με θηλιά (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα).
Ο δρόμος και η είσοδος του λεγόμενου «θησαυρού του Ατρέα», του μνημειώδους κτίσματος της μυκηναϊκής εποχής? η πρόσοψή του ήταν κοσμημένη με γλυπτή επένδυση από πολύχρωμη πέτρα και γυψόλιθο.
Το εσωτερικό στο ανώτερο τμήμα του θόλου του «θησαυρού του Ατρέα».
Η λεγόμενη «προσωπίδα του Αγαμέμνονα»? χρυσή προσωπίδα που κάλυψε το πρόσωπο κάποιου βασιλικού νεκρού των Μυκηνών, ασφαλώς όχι του Αγαμέμνονα, όπως είχε υποθέσει ο Σλίμαν, αφού χρονολογείται σε εποχή προγενέστερη από εκείνη στην οποία έζησε ο πρωταγωνιστής του Τρωικού πόλεμου (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα).
Τμήμα ρυτού από άργυρο, που διακοσμείται με την ανάγλυφη παράσταση μιας πολιορκημένης πόλης? οι πολεμιστές μάχονται μέσα και έξω από τα τείχη με δόρατα και σφενδόνες (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα).
Αγγείο από ορεία κρύσταλλο, σε σχήμα πάπιας που στρέφει το κεφάλι της, έργο μυκηναϊκής γλυπτικής που βρέθηκε στον Β’ ταφικό περίβολο των Μυκηνών (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα).
Χρυσό ρυτό σε σχήμα κεφαλιού λέαινας, σπονδικό αγγείο από τις πλούσιες βασιλικές ταφές των Μυκηνών (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα).
Το λεγόμενο «ποτήριο του Νέστορα»? πρόκειται για χρυσό ποτήρι, που θυμίζει την ομηρική περιγραφή για το ποτήρι του βασιλιά της Πύλου, με δύο περιστέρια πάνω στις λαβές.
Το τείχος και η πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες.
Μία από τις στήλες-σήματα των βασιλικών τάφων? το μεγαλύτερο τμήμα κοσμείται με σπείρες ενώ σε χαμηλό ανάγλυφο εικονίζεται αρματοδρομία.
Ο λεγόμενος Α’ ταφικός περίβολος, μέσα στην ακρόπολη των Μυκηνών, ο κυκλικός τοίχος που περιέβαλλε τους έξι βασιλικούς τάφους, που αποκάλυψε ο Ερρίκος Σλίμαν το 1876.
Χρυσά σκουλαρίκια, κτερίσματα από βασιλικό τάφο του Α’ ταφικού περιβόλου των Μυκηνών.
Μερική άποψη του αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών.
II
Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 110 μ., 422 κάτ.) στην πρώην επαρχία Άργους του νομού Αργολίδας. Βρίσκεται στις νότιες προεκτάσεις του βουνού Ζάρα ή Χαρβάτι. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μυκηναίων.
* * *
οι (ΑΜ Μυκῆναι)
αρχαία πόλη στην περιοχή τής Αργολίδας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το τοπωνύμιο Μυκῆναι προήλθε πιθ. από το όν. τής νύμφης Μυκήνη (πρβλ. Αθῆναι < Αθήνη), οπότε η λ. ανήκει στο προελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα. Κατ' άλλη άποψη, όχι τόσο πιθανή, η λ. ανήκει στην ΙΕ γλωσσική οικογένεια και παράγεται από το μύκης «μανιτάρι», οπότε θα σήμαινε «τόπος όπου υπάρχουν μανιτάρια»].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.